Για ιδιώτες

Συντάξεις - Αποζημίωση ασφαλισμένης λόγω καθυστέρησης έκδοσης της σύνταξής της

Παράνομη κρίθηκε η καθυστέρηση επί  διάστημα  4 ετών, εκ μέρους του ΕΦΚΑ, του προσδιορισμού του χρόνου ασφάλισης  στο Ι.Κ.Α. για ασφαλισμένη, με αποτέλεσμα την απώλεια τμήματος της σύνταξής της. Έτσι,  δικαστική απόφαση του Διοικητικού  Πρωτοδικείου  Αθηνών έκανε δεκτή  την αγωγή αποζημίωσης της ασφαλισμένης και υποχρέωσε τον ΕΦΚΑ σε καταβολή αποζημίωσης  στην ενάγουσα-συνταξιούχο.

Δεκτή έγινε από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών αγωγή αποζημίωσης, κατά τα άρ. 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ, συνταξιούχου κατά του τέως Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και ήδη e-Ε.Φ.Κ.Α. (ΔΠΑ 1806/2021), η οποία υποχρέωσε τον ΕΦΚΑ σε καταβολή στην ενάγουσα-συνταξιούχο ποσού 4.357,35 ευρώ λόγω καθυστέρησης έκδοσης βεβαίωσης χρόνου ασφάλισης στον φορέα αυτό.

 Με την αγωγή της η ενάγουσα προέβαλε ότι εξαιτίας των πράξεων και παραλείψεων των οργάνων του εναγόμενου, καθυστέρησε παράνομα η έκδοση απόφασης περί βεβαίωσης του διανυθέντα χρόνου ασφάλισης στο εν λόγω Ίδρυμα για χρονικό διάστημα 4 ετών, ήτοι από το 2011 έως το 2015, με αποτέλεσμα την απώλεια, κατά το χρονικό διάστημα από 9-10-2010 έως 31-8-2012, ποσού 189,45 ευρώ μηνιαίως, το οποίο αντιστοιχεί στο καταβαλλόμενο ποσό από τον συμμετέχοντα ασφαλιστικό οργανισμό. Τούτο διότι, κατ’ εφαρμογή του άρ. 60 παρ. 1 του π.δ. 169/2007, απαγορεύεται η αναδρομική αναγνώριση οικονομικών δικαιωμάτων για συντάξεις, πέραν της τριετίας.

Κατά το σκεπτικό του δικαστηρίου, οι ειδικές διατάξεις της Κ.Υ.Α. ΔΙΣΚΠΟ/Φ17/29/26420/10-7-1991, οι οποίες ορίζουν διαφορετικές προθεσμίες για τη διεκπεραίωση των υποθέσεων από ασφαλιστικούς οργανισμούς κύριας και επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την έναρξη ισχύος του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Οι προθεσμίες αυτές, εξάλλου, είναι ενδεικτικές, σύμφωνα με το άρ. 10 παρ. 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, διότι δεν χαρακτηρίζονται ρητά από τον νόμο ως αποκλειστικές, ούτε προκύπτει από τις σχετικές διατάξεις διαφορετική βούληση του νομοθέτη, με την έννοια ότι περιέχουν έντονη υπόδειξη προς τα αρμόδια προς τούτο όργανα του Ταμείου να ολοκληρώσουν τη διαδικασία και να χορηγήσουν την παροχή, μέσα σε σύντομο και, πάντως, εύλογο χρόνο.

Η υπέρβαση των προβλεπόμενων προθεσμιών, εντός των οποίων η αρμόδια ή οι συναρμόδιες υπηρεσίες του Δημοσίου ή των ν.π.δ.δ. οφείλουν να αποφανθούν επί υποβαλλόμενου αιτήματος, στοιχειοθετεί ευθύνη του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. προς αποζημίωση, κατά τα άρ. 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., αν συντρέχουν και οι λοιπές κατά τα άρθρα αυτό προϋποθέσεις, ήτοι η επέλευση ζημίας και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της κατά τα ως άνω παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας και της επελθούσας ζημίας.

Ειδικώς, επί παράνομης κατά τα ως άνω καθυστέρησης διεκπεραίωσης αιτήματος ασφαλισμένου προς τον ασφαλιστικό οργανισμό, στον οποίο υπάγεται, δύναται να στοιχειοθετηθεί αστική ευθύνη του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού, εφόσον η καθυστέρηση αυτή συνδέεται αιτιωδώς με τη ζημία που υπέστη ο ασφαλισμένος.

Εν προκειμένω, το δικαστήριο έκρινε πως το χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, που παρήλθε από το 2011, οπότε περιήλθε στον εναγόμενο ασφαλιστικό οργανισμό η υπόθεση της ενάγουσας, μέχρι το 2015, οπότε αυτή διεκπεραιώθηκε από το Ι.Κ.Α., με την έκδοση απόφασης περί βεβαίωσης του διανυθέντα χρόνου ασφάλισης στο εν λόγω Ίδρυμα, υπερβαίνει το εύλογο, εντός του οποίου όφειλε το εναγόμενο να διεκπεραιώσει την υπόθεση της ενάγουσας, συνεκτιμώντας ακόμη και την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, ενόψει του ότι απαιτήθηκε η διενέργεια επιμέρους ελέγχων σε τρία διαφορετικά υποκαταστήματα του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.

Απορριπτέοι κρίθηκαν οι ισχυρισμοί του εναγομένου, κατά τους οποίους δεν υφίσταται καμία παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά εκ μέρους των οργάνων του, εφόσον τηρήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες και βεβαιώθηκε ο ορθός χρόνος ασφάλισης της ενάγουσας, ενώ έπρεπε να γίνουν έλεγχοι ασφάλισης, που ήταν απαραίτητοι προκειμένου να διαπιστωθεί ο χρόνος της πραγματικής απασχόλησής της στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α., οι οποίοι εκκρεμούσαν σε τρία διαφορετικά υποκαταστήματα αυτού.

Περαιτέρω, κρίθηκε πως η ζημία, την οποία επικαλείται η ενάγουσα, τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την παράνομη καθυστέρηση ως προς τον προσδιορισμό του χρόνου ασφάλισής της στο Ι.Κ.Α., στο πλαίσιο ελέγχου των προϋποθέσεων περί διαδοχικής ασφάλισης.

Άλλωστε, η επίδικη αξίωση της ενάγουσας δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή, καθόσον προκειμένου περί απαιτήσεων κατά του Ι.Κ.Α. που απορρέουν από αδικοπραξία ή αδικαιολόγητο πλουτισμό έχουν εφαρμογή οι ειδικές περί παραγραφής διατάξεις του άρθρου 40 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951, σύμφωνα με τις οποίες οι εν γένει απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α. υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή.

Ως εκ τούτου, το δικαστήριο κατέληξε πως πράγματι στοιχειοθετείται ευθύνη του εναγόμενου ασφαλιστικού οργανισμού προς αποζημίωση, κατά τα άρ. 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ..

Απόσπασμα απόφασης

Επειδή, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρθηκαν και τις διατάξεις που παρατέθηκαν, όπως ερμηνεύθηκαν, λαμβάνονται υπόψη τα εξής: Οι αναφερόμενες στο άρθρο μόνο της Κ.Υ.Α. ΔΙΣΚΠΟ/Φ.17/29/26420/10-7-1991 προθεσμίες είναι ενδεικτικές, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, περιέχοντας έντονη υπόδειξη προς τα αρμόδια όργανα να ολοκληρώσουν τη διαδικασία μέσα σε σύντομο και, πάντως, εύλογο χρόνο. Ωστόσο, η υπέρβαση των προβλεπόμενων προθεσμιών πέραν του ευλόγου χρόνου, στοιχειοθετεί ευθύνη του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προς αποζημίωση, κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., εφόσον η καθυστέρηση διεκπεραίωσης του αιτήματος ασφαλισμένου συνδέεται αιτιωδώς με τη ζημία που αυτός υπέστη. Εν προκειμένω, παράλληλα με τη χορήγηση στην ενάγουσα σύνταξης γήρατος, από 9-10-2010, πληρωτέα από το Ελληνικό Δημόσιο (υπ’ αριθμ. 15331/8-4-2011 συνταξιοδοτική πράξη του Διευθυντή της 42ης Διεύθυνσης, της Γενικής Διεύθυνσης Συντάξεων, του Γ.Λ.Κ.), ζητήθηκαν με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 146700/8-4-2011 έγγραφο του Διευθυντή της 42ης Διεύθυνσης, της Γενικής Διεύθυνσης Μισθών και Συντάξεων, του Γ.Λ.Κ. από το εναγόμενο, τα ασφαλιστικά στοιχεία της ενάγουσας, προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαδικασία του ν.δ. 4202/1961, περί διαδοχικής ασφάλισης. Το εν λόγω έγγραφο παρελήφθη από το εναγόμενο στις 19-5-2011, πλην, όμως, αυτό, μαζί με τα ασφαλιστικά στοιχεία της ενάγουσας (αντίγραφο Πινακίδας Ανακεφαλαίωσης Ημερών Εργασίας, 17 Δελτία Ασφαλιστικής Ταυτότητας και Εισφορών, 2 αποφάσεις Ι.Κ.Α.) διαβιβάστηκαν μόλις στις 7-8-2012 (υπ' αριθμ. πρωτ. 9523/7-8-2012 έγγραφο του Διευθυντή Μητρώου) από το Περιφερειακό Υποκατάστημα Αθηνών του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., προς το Περιφερειακό Υποκατάστημα Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Συντάξεων, προκειμένου να υπολογισθεί ο χρόνος ασφάλισης αυτής στο Ταμείο, ενώ, περαιτέρω, ο φάκελος απεστάλη, λόγω αρμοδιότητας, με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 160109/1-10-2012 έγγραφο της Προϊσταμένης του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Συντάξεων του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. προς το Τ.Υ. Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Πατησίων.

Ακολούθως, κατόπιν ερωτημάτων της Προϊσταμένης του Τμήματος Ανακ/σης Συντάξεων του Τ.Υ. Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Πατησίων, προς τα Υποκαταστήματα Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Πατησίων, Πλ. Συντάγματος και Νίκαιας, για τον καθορισμό των ημερών εργασίας της ενάγουσας και αφού διενεργήθηκαν σχετικοί έλεγχοι, εκδόθηκε αρχικά, η υπ’ αριθμ. πρωτ. 4047/14-10-2014 απόφαση του Διευθυντή του Τ.Υ. Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Πατησίων, με την οποία, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 10 του ν.δ. 4202/1961, βεβαιώθηκε ότι η ενάγουσα υπήρξε ασφαλισμένη στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. από τον 7ο/1973 έως τον 9ο/1993, έχοντας πραγματοποιήσει συνολικά 3.265 ημερομίσθια.

Στη συνέχεια, αφού κλήθηκε το ως άνω Υποκατάστημα του εναγόμενου να προβεί στη διόρθωση της προαναφερθείσας απόφασής του, ενόψει του ότι στην περίπτωση της ενάγουσας τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 11 του ν.δ. 4202/1961 (υπ’ αριθμ. πρωτ. 155547/16-12-2014 έγγραφο του Διευθυντή της 42ης Διεύθυνσης, της Γενικής Διεύθυνσης Μισθών και Συντάξεων, του Γ.Λ.Κ.), εκδόθηκε εν τέλει η υπ’ αριθμ. πρωτ. 1960/28-5-2015 απόφαση του Διευθυντή του Τ.Υ. Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Πατησίων, με την οποία βεβαιώθηκε ότι ο χρόνος ασφάλισης αυτής στο εν λόγω Ταμείο ανέρχονταν σε 3.265 ημέρες από τον 7ο/1973 έως τον 9ο/1993. Συνεπώς, από τις 19-5-2011, οπότε περιήλθε στον εναγόμενο ασφαλιστικό οργανισμό η υπόθεση της ενάγουσας μέχρι τις 28-5-2015, οπότε αυτή διεκπεραιώθηκε από το Ι.Κ.Α., με την έκδοση απόφασης περί βεβαίωσης του διανυθέντα χρόνου ασφάλισης στο εν λόγω Ίδρυμα, παρήλθε χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών. Το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, συνεκτιμώντας και την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, ενόψει του ότι απαιτήθηκε η διενέργεια επιμέρους ελέγχων σε τρία διαφορετικά υποκαταστήματα του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., υπερβαίνει το εύλογο, εντός του οποίου όφειλε το εναγόμενο να διεκπεραιώσει την υπόθεση της ενάγουσας.

Εξάλλου, η ζημία, που επικαλείται ότι υπέστη η ασφαλισμένη από τις προαναφερθείσες παράνομες παραλείψεις των οργάνων του εναγόμενου, συνίσταται στην απώλεια τμήματος της σύνταξής της, κατά το χρονικό διάστημα από 9-10-2010 έως 31-8-2012 ποσού 189,45 ευρώ μηνιαίως, το οποίο αντιστοιχεί στο καταβαλλόμενο ποσό από τον συμμετέχοντα ασφαλιστικό οργανισμό, όπως υπολογίσθηκε με την υπ' αριθμ. 32675/1-9-2015 τροποποιητική πράξη του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, όπου συμπεριλήφθηκε στη συνολική συντάξιμη υπηρεσία της ίδιας, ο χρόνος (10 έτη 10 μήνες και 16 ημέρες), που είχε διανύσει στην ασφάλιση του εναγόμενου. Η εν λόγω ζημία της ενάγουσας τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την παράνομη κατά τα ως άνω καθυστέρηση ως προς τον προσδιορισμό του χρόνου ασφάλισής της στο Ι.Κ.Α., στο πλαίσιο ελέγχου των προϋποθέσεων περί διαδοχικής ασφάλισης. Ως εκ τούτου, στοιχειοθετείται ευθύνη του εναγόμενου ασφαλιστικού οργανισμού προς αποζημίωση, κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. Άλλωστε, η επίδικη αξίωση της ενάγουσας δεν έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή που προβλέπεται για τις απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α., η οποία ξεκίνησε από τη γένεσή της, ήτοι από την έκδοση της υπ’ αριθμ. 32675/1-9-2015 τροποποιητικής πράξης του Διευθυντή της Διεύθυνσης Κανονισμού και Εντολής Πληρωμής Πολιτικών Συντάξεων, της Γενικής Διεύθυνσης Χορήγησης Συντάξεων Δημοσίου Τομέα, του Γ.Λ.Κ., με την οποία η σύνταξή της αυξήθηκε στο ποσό των 782,68 ευρώ, από 1-9-2012, λόγω μη αναγνώρισης οικονομικών δικαιωμάτων για συντάξεις, πέραν της τριετίας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 60 παρ. 1 του π.δ. 169/2007.

ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΜΕ ΑΝΑΣΦΑΛΙΣΤΟ ΟΧΗΜΑ

Διαστάσεις επικίνδυνου κοινωνικού φαινομένου λαμβάνει πλέον το πρόβλημα των ανασφάλιστων οχημάτων. Λόγω της υπάρχουσας οικονομικής κρίσης ο αριθμός των ανασφάλιστων οχημάτων έχει πολλαπλασιαστεί.  Ένα από τα πιο φλέγοντα ζητήματα που συνδέονται με την κυκλοφορία των ανασφάλιστων οχημάτων είναι το ζήτημα της αποζημίωσης του παθόντος σε τροχαίο ατύχημα, όταν αυτό έχει προκληθεί από υπαιτιότητα προσώπου που οδηγούσε ανασφάλιστο όχημα.

Σύμφωνα με το νόμο, όλα τα αυτοκίνητα που κυκλοφορούν στην Ελλάδα πρέπει υποχρεωτικώς να είναι εγκύρως ασφαλισμένα για τις ζημίες που θα προκληθούν σε τρίτους κατά την κυκλοφορία τους από υπαιτιότητα του οδηγού τους. Σε περίπτωση που ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου δεν το έχει ασφαλίσει, κινδυνεύει με την επιβολή διοικητικών και ποινικών κυρώσεων.

 Ο Ν. 489/1976 ορίζει ότι οι ζημίες που προξενήθηκαν από ανασφάλιστα οχήματα καλύπτονται από το Επικουρικό Κεφάλαιο ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων. Το Επικουρικό Κεφάλαιο αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο συμμετέχουν υποχρεωτικά όλες οι ασφαλιστικές εταιρίες που ασφαλίζουν την αστική ευθύνη από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων και το οποίο υπέχει εκ του νόμου ευθύνη να αποζημιώσει του παθόντες τροχαίων ατυχημάτων, μεταξύ άλλων, και όταν το ατύχημα προκαλείται από ανασφάλιστο όχημα.

 Στην περίπτωση που προκαλείται τροχαίο ατύχημα από ανασφάλιστο όχημα, είτε προκλήθηκαν υλικές απλώς ζημίες, είτε προκλήθηκε τραυματισμός ή ακόμη και θάνατος, οι παθόντες μπορούν να αποζημιωθούν για τις ζημίες που υπέστησαν από το Επικουρικό Κεφάλαιο, αφού προβούν σε μία σειρά από ενέργειες που έχουν να κάνουν κυρίως:

  • με την ενημέρωση της τροχαίας μόλις συμβεί η σύγκρουση τον τόπο του ατυχήματος, ώστε να καταγράψει το συμβάν καθώς και το γεγονός ότι το έτερο εμπλεκόμενο όχημα είναι ανασφάλιστο,
  • με την ενημέρωση της ασφαλιστικής εταιρείας του παθόντος,
  • με την ενημέρωση του Επικουρικού Κεφαλαίου με τη μορφή έγγραφης αιτήσεως αποζημίωσης, με συνημμένα τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση του, δηλαδή όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτουν οι ζημίες τις οποίες υπέστη, είτε πρόκειται για υλικές απλώς ζημίες του οχήματός του, είτε πρόκειται για σωματικές βλάβες και τραυματισμούς. Η υποβολή της συγκεκριμένης αίτησης ανάγεται από τον νόμο σε απαραίτητη προϋπόθεση για την μετέπειτα δικαστική διεκδίκηση οποιασδήποτε αποζημίωσης εκ μέρους του παθόντος, καθώς σε περίπτωση που αυτή δεν υποβληθεί, η αγωγή που εγείρει ο παθών κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου να απορρίπτεται.

 Η διαδικασία αποζημίωσης από το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι στην πράξη τις περισσότερες φορές μία σύνθετη διαδικασία. Ο παθών δεν θα πρέπει να αποθαρρύνεται να διεκδικήσει δικαστικά την αποζημίωση που δικαιούται σε περίπτωση που εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα με ανασφάλιστο όχημα και θα πρέπει να γνωρίζει ότι η αποζημίωση που δικαιούται θα του καταβληθεί από το Επικουρικό Κεφάλαιο, έστω και με κάποια χρονική καθυστέρηση. Ωστόσο η πορεία που θα πρέπει να ακολουθηθεί ώστε να ευοδωθεί η διαδικασία δεν πρέπει να υποτιμάται αλλά να αντιμετωπίζεται με σωστούς χειρισμούς, χωρίς παραλείψεις και λάθη ώστε να επιτύχει την αποζημίωση του για οποιαδήποτε ζημία υπέστη από τη σύγκρουση με ανασφάλιστο όχημα.

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ - ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΒΙΑ – Νομικά μέσα αντιμετώπισης

Eίναι αρκετά σύνηθες, σε  περιόδους κρίσης,  αστάθειας και οικονομικού στρες, να παρατηρείται αύξηση στα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας κάτι που  συμβαίνει και στην περίπτωση της πανδημίας.

 Τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας που είναι περιορισμένα στο σπίτι έχουν μικρότερη δυνατότητα να ζητήσουν βοήθεια και να απευθυνθούν σε φορείς και νομικούς παραστάτες επειδή ο σύντροφός τους είναι επίσης στο σπίτι.

 Ωστόσο στην Ελλάδα, υπάρχουν αρκετές διατάξεις και νομικά εργαλεία  για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά :

Ι) Νόμος 3500/2006

 Βία κατά των γυναικών

Είναι κάθε πράξη ή απειλή πράξης βίας που συνδέεται με το φύλο και οδηγεί ή ενδέχεται να οδηγήσει σε σωματικές, σεξουαλικές, ψυχολογικές βλάβες ή σε ταλαιπωρία της γυναίκας. Θύματα βίας γίνονται γυναίκες διαφόρων ηλικιών, φυλών, μορφωτικού και οικονομικού επιπέδου. Η ανοχή στην άσκηση βίας ή την απειλή βίας πλήττει το βιοτικό επίπεδο, την προσωπικότητα και την αξιοπρέπεια των γυναικών.

Η ενδοοικογενειακή βία και κυρίως η βία κατά των γυναικών δεν είναι ένα νέο κοινωνικό φαινόμενο, αλλά ένα φαινόμενο χρόνιο και σύνθετο, του οποίου οι πραγματικές διαστάσεις έχουν αποτελέσει αντικείμενο μελέτης τις τελευταίες κυρίως δεκαετίες. Πράγματι, το φαινόμενο αυτό, έως και πρόσφατα, σπάνια καταγγελλόταν από τα εκάστοτε θύματα λόγω της παραδοσιακής εκείνης αντίληψης που θέλει τα όσα λαμβάνουν χώρα εντός των τειχών της οικογένειας να αποσιωπώνται, να γίνονται ανεκτά ή και να συγκαλύπτονται προκειμένου να διατηρηθεί η οικογενειακή συνοχή.

Η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί ένα φαινόμενο, το οποίο αφορά ανεξαιρέτως όλα τα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα και ασκείται ως επί το πλείστον σε βάρος των γυναικών και των ανηλίκων. Το φαινόμενο αυτό συνδέεται με την τέλεση επιθετικών και εξαναγκαστικών συμπεριφορών, όπως ιδίως λεκτικών, σωματικών, σεξουαλικών, ψυχολογικών επιθέσεων, οικονομικών εκβιασμών ακόμη και συμπεριφορών υπό τη μορφή παραμέλησης (έλλειψη φροντίδας, στέρηση ιατρικής περίθαλψης ή εκπαίδευσης). Πράγματι, τα Δικαστήρια πολλές φορές έχουν αντιμετωπίσει ζητήματα ξυλοδαρμού και μάλιστα ξυλοδαρμού κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή ξυλοδαρμού μέχρι λιποθυμίας, χειροδικίας, ύβρεων, εκβιασμών. Όταν λοιπόν, οι παραπάνω περιπτώσεις κακοποίησης τελούνται μεταξύ ατόμων που συνδέονται με οικογενειακούς δεσμούς ή βρίσκονται εντός μίας έγγαμης ή συντροφικής σχέσης διαλαμβάνουν τον χαρακτήρα της ενδοοικογενειακής βίας. Πηγή του φαινομένου αυτού αποτελεί η ανάγκη του δράστη για άσκηση εξουσίας στο θύμα του ή εντός της οικογένειάς του προκειμένου να κάμψει, υποτάξει και διατηρήσει υπέρ του τον έλεγχο και την κυριαρχία του στο χώρο. Ο χώρος που το φαινόμενο αυτό εμφανίζεται, δηλαδή εντός της οικογένειας ή του ζευγαριού επιτρέπει να αναπτύσσεται η μορφή αυτή κακοποίησης ως επαναλαμβανόμενο και συχνό φαινόμενο με πολλαπλές, αν όχι καθημερινές, πράξεις βίας κατά του θύματος.

Τα τελευταία, ωστόσο, έτη το φαινόμενο αυτό αντιμετωπίζεται μέσα από μία νέα οπτική γωνία, μέσα από μία νέα αντίληψη για μηδενική ανοχή στη βία μέσα στο σπίτι. Πράγματι, αναγνωρίζεται πλέον η ενδοοικογενειακή βία ως μία σοβαρή κοινωνική παθογένεια, η οποία πλήττει τα δικαιώματα των θυμάτων και παραβιάζει τις ατομικές ελευθερίες τους με ανεπιθύμητα αποτελέσματα σε ατομικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Οι νέες αυτές αντιλήψεις οδήγησαν σε μία σαρωτική μεταρρύθμιση των οικογενειακών έννομων σχέσεων σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και σε παγκόσμιο επίπεδο υπό το φως των Διακηρύξεων της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Στο πλαίσιο της ενίσχυσης των μέτρων κατά της ενδοοικογενειακής βίας και της αποτελεσματικότερης προστασίας των θυμάτων ψηφίστηκε ο νόμος 3500/2006 για την ενδοοικογενειακή βία.

 

ΙΙ) Νόμος 3500/2006

 Με τον νόμο 3500/2006 τιμωρούνται και μάλιστα αυστηρότερα τα αδικήματα της βίας μέσα στους κόλπους της οικογένειας για να ενισχυθεί με αυτόν τον τρόπο η αρμονική συμβίωση των μελών της οικογένειας.

Οι βασικές ρυθμίσεις του νόμου είναι οι ακόλουθες :

  • Το άρθρο 2 του νόμου απαγορεύεικάθε μορφή άσκησης βίας μεταξύ των μελών της οικογένειας.
  • Στο πλαίσιο του ως άνω νόμου προστατεύονται οι σύζυγοι, οι γονείς και οι συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού εξ’ αίματος ή εξ’ αγχιστείας και τα εξ’ υιοθεσίας τέκνα τους. Προστατεύονται επίσης και οι συγγενείς εξ’ αίματος και εξ’ αγχιστείας μέχρι τετάρτου βαθμού, οι δικαστικοί παραστάτες, οι ανάδοχοι γονείς, εφόσον συνοικούν. Επιπλέον προστατεύεται κάθε ανήλικο πρόσωπο που συνοικεί με την οικογένεια. Προστατεύονται οι μόνιμοι σύντροφοι και τα τέκνα τους, εφόσον αυτά συνοικούν και οι τέως σύζυγοι.
  • Σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, ενδοοικογενειακή βίαυπάρχει, όταν ένα μέλος της οικογένειας προξενεί/ασκεί σε άλλο μέλος: α) εντελώς ελαφρά σωματική κάκωση, β) επικίνδυνη σωματική βλάβη, γ) βαριά σωματική ή διανοητική βλάβη, δ) απειλές που προκαλούν τρόμο ή ανησυχία ή απομόνωση του θύματος ή προσβολή αξιοπρέπειας.
  • Eιδικότερα, ως ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη νοείται η πρόκληση από μέλος της οικογένειας σε άλλο σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας ή εντελώς ελαφράς σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας μετά από συνεχή συμπεριφορά. Η τέλεση αυτών των πράξεων τιμωρείται αυστηρότερακαι συγκεκριμένα με ποινή φυλάκισης από ένα έως πέντε έτη. Αν από την πράξη προκλήθηκε κίνδυνος για τη ζωή του θύματος ή βαριά σωματική βλάβη προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών έως πέντε ετών, ενώ, εάν επακολουθήσει βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση, το έγκλημα τιμωρείται με κάθειρξη από πέντε μέχρι δέκα έτη.  Ιδιαίτερα αυξημένη προστασία παρέχεται στην έγκυο (και στο ανήλικο μέλος της οικογένειας) αλλά και σε κάθε άλλο μέλος της, το οποίο για οποιαδήποτε λόγο αδυνατεί να αντισταθεί στην ενδοοικογενειακή βία, που ασκείται εις βάρος του.

 

Τιμωρείται επίσης η μεθοδευμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης επικίνδυνης για την υγεία ή ψυχικού πόνου, ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη, όπως στην περίπτωση της παρατεταμένης απομόνωσης του θύματος ή του αναγκαστικού εγκλεισμού του. 

Τιμωρείται πλέον ακόμη και η ψυχολογική παρενόχληση, όταν ο δράστης προκαλεί τρόμο ή ανησυχία ή εξαναγκάζει τη γυναίκα με χρήση βίας ή ασελγής σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή.

Προστατεύεται επίσης η γυναίκα στην περίπτωση που με ιδιαίτερα ταπεινωτικά λόγια ή έργα, που ανάγονται στην γενετήσια ζωή της, προσβάλλεται η αξιοπρέπειά της.

Τιμωρείται πλέον ο βιασμός μέσα στο γάμο, δηλαδή ο εξαναγκασμός, με χρήση σωματικής βίας ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου της συζύγου σε ερωτική πράξη. Με τη διάταξη αυτή ανατρέπεται η αντίληψη ότι, εντός του γάμου υπάρχει υποχρέωση συνουσίας για τη σύζυγο, όταν το επιθυμεί ο σύζυγος και θεωρεί ότι μπορεί να το επιβάλλει. Το ίδιο συμβαίνει και όταν εξαναγκάζει ο σύζυγος τη σύζυγο σε οποιαδήποτε ερωτική πράξη στην οποία συμμετέχει το γεννητικό όργανο του ενός και άλλο σημείο ή όργανο του άλλου.

  • Τέλος προκειμένου να διασφαλιστεί η προστασία του θύματος ο νομοθέτης τιμωρεί τη δωροδοκία ή τη διατύπωση απειλών σε μάρτυρα ή σε μέλος της οικογένειας, καθώς και την άσκηση βίας εναντίον του με σκοπό την παρακώληση απονομής δικαιοσύνης.
  • Περαιτέρω προβλέπεται ότι, η ποινική δίωξη για τα πλημμελήματα ενδοοικογενειακής βίας ασκείται αυτεπαγγέλτως, δηλαδή υποχρεωτικά. Υποχρεωτική είναι επίσης η καταγραφή του περιστατικού από την Αστυνομία, ενώ οποιαδήποτε πρωτοβουλία νουθέτησης αντί καταγραφής, τιμωρείται. Σε βάρος του δράστη εφαρμόζεται η αυτόφωρη διαδικασία, εφόσον δεν ευδοκιμήσει η ποινική διαμεσολάβηση. Η καταβολή παραβόλου από πλευράς του θύματος ΔΕΝ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ.
  • Παρέχεται επιπλέον, η δυνατότητανα διατάσσεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων στις περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας η απομάκρυνση του δράστη από την οικογενειακή κατοικία, η μετοίκησή του, καθώς και η απαγόρευση να προσεγγίζει τους χώρους κατοικίας ή εργασίας του θύματος, τις κατοικίες στενών συγγενών, τα σχολεία των παιδιών και τους ξενώνες φιλοξενίας. Επίσης πολύ σημαντικό είναι να συνειδητοποιήσει η γυναίκα ότι, οι ιατρικές γνωματεύσεις που θα λάβει από το Νοσοκομείο και οι οποίες θα βεβαιώνουν τις σωματικές βλάβες που έχει υποστεί είναι κύριο αποδεικτικό στοιχείο της βίαιης συμπεριφοράς του δράστη και το οποίο λαμβάνεται υπόψη για την απομάκρυνση του δράστη από το σπίτι.
  • Περαιτέρω, η άσκηση ενδοοικογενειακής βίας αποτελεί λόγο διαζυγίου με υπαιτιότητα του δράστη.
  • Ορίζεται κατώτατο όριοαποζημίωσης για την ηθική βλάβητου θύματος από τις πράξεις ενδοοικογενειακής βίας το ποσό των 1.000 ευρώ.
  • Προβλέπεται με τον νόμο 3500/2006 η διαδικασία της ποινικής μεσολάβησηςγια τα πλημμελήματα της ενδοοικογενειακής βίας.

 Ουσιαστικά η διαδικασία αυτή αποτελεί μία πρακτική συμφιλίωσης δράστη θύματος και μία εξώδικη απονομή δικαιοσύνης, η οποία γίνεται ενώπιον του Εισαγγελέα μόνο εφόσον το επιθυμούν θύμα και θύτης. Στόχος είναι η αποκατάσταση της αρμονικής συμβίωσης των συζύγων ή των συντρόφων.

Η διαδικασία που ακολουθείται είναι η εξής: o Eισαγγελέας διερευνά τη δυνατότητα ποινικής διαμεσολάβησης. Καλεί τον δράστη να δηλώσει, εάν επιθυμεί ή όχι, τη διενέργεια της διαδικασίας. Εφόσον ο κατηγορούμενος δηλώσει πως επιθυμεί, καλεί πλέον και το θύμα. Μόνο στην περίπτωση που και τα δύο συναινούν θα διενεργηθεί η διαδικασία.

Βασική προϋπόθεση είναι η ανεπιφύλακτη δήλωση του δράστη ότι : α) δε θα τελέσει στο μέλλον οποιαδήποτε πράξη ενδοοικογενειακής βίας,  β) αν συνοικεί με το θύμα δέχεται να μείνει εκτός της κοινής κατοικίας για εύλογο χρονικό διάστημα, αν το επιθυμεί το θύμα, γ) θα παρακολουθήσει ειδικό συμβουλευτικό – θεραπευτικό πρόγραμμα σε δημόσιο φορέα, δ) θα άρει ή θα αποκαταστήσει τις συνέπειες των πράξεών του και θα καταβάλλει χρηματική ικανοποίηση στο θύμα.  Η γνώμη του θύματος είναι καθοριστική για τη συνέχιση της διαδικασίας. Εάν το θύμα συμφωνήσει τότε με διάταξη του Εισαγγελέα επισφραγίζεται η συμφωνία αυτή. Στην περίπτωση που έχει κινηθεί η αυτόφωρη διαδικασία, το Δικαστήριο μπορεί να αναβάλει την εκδίκαση της υπόθεσης και να διερευνήσει τα ενδεχόμενο της ποινικής μεσολάβησης. Προκειμένου να ολοκληρωθεί η ως άνω διαδικασία, ο δράστης οφείλει να σέβεται και να τηρεί τις δεσμεύσεις που ανέλαβε. Σε περίπτωση που αθετήσει τις υποχρεώσεις του, η διαδικασία διακόπτεται, η δικογραφία ανασύρεται από το αρχείο και ακολουθούνται οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Επισημαίνεται ότι, η διαδικασία της ποινικής μεσολάβησης δεν αποκλείει την άσκηση αγωγής διαζυγίου, τη συνέχιση δίκης που ήδη έχει αρχίσει ή την έκδοση απόφασης διαζυγίου. Επιπλέον κατά τη συμφωνία για την ποινική μεσολάβηση, ο δράστης αναλαμβάνει να αποκαταστήσει τις περιουσιακές ζημίες του θύματος. Αν μεν ο δράστης ολοκληρώσει τη διαδικασία, το θύμα δεν μπορεί να ζητήσει καμία άλλη αποζημίωση εξαιτίας του περιστατικού της ενδοοικογενειακής βίας. Αν όμως ο δράστης δεν ολοκληρώσει την διαδικασία, το θύμα μπορεί να ζητήσει τυχόν μεγαλύτερη ζημία.

  • Τέλος ρυθμίζονται θέματα βοήθειας των θυμάτων με την εκδήλωση κοινωνικής συμπαράστασης. Τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας δικαιούνται ηθικής συμπαράστασης και υλικής συνδρομής από Ν.Π.Δ.Δ ή Ν.Π.Ι.Δ που λειτουργούν ειδικά για τους σκοπούς αυτούς, υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και κοινωνικών υπηρεσιών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης. Οι αστυνομικές αρχές που επιλαμβάνονται υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας, υποχρεούνται εφόσον το ζητήσει το θύμα, να ενημερώσουν τους ανωτέρω φορείς για να δοθεί αμέσως η απαραίτητη βοήθεια.
  • Σε περίπτωση οικονομικής αδυναμίας για την καταβολή των δικαστικών δαπανών παρέχεται το ευεργέτημα της πενίας στα θύματα ενδοοικογενειακής βίας.

 

Ο ανωτέρω αρχικός Νόμος συνέβαλε θετικά στην εξέλιξη της καταπολέμησης του φαινομένου της ενδοοικογενειακής βίας και στην αποτελεσματικότερη προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών, υπό την προϋπόθεση ωστόσο, ότι η εκάστοτε γυναίκα συνειδητοποιούσε ότι, όφειλε να προβεί σε καταγγελία της βίαιης συμπεριφοράς του δράστη.

ΙΙ) ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΜΕΤΑ  ΤΟΝ Ν. 3500/2006

 

Ν. 4531/2018 – Αυστηροποιείται ο Νόμος για την καταπολέμηση της βίας κατά των Γυναικών και Ενδοοικογενειακής Βίας”

Συζητήθηκε στις 08-03-2018 (Παγκόσμια ημέρα της γυναίκας) στη Βουλή το σχέδιο Νόμου για την κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας (ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ).

Προς τούτο δημοσιεύτηκε ο Ν. 4351/2018 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως

 

Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση η προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας στην Σύμβαση συνοψίζεται ως εξής:

Ι) Ενισχύεται η Ποινική Νομοθεσία για την αντιμετώπιση εγκλημάτων που διαπράττονται σε βάρος των γυναικών ( Stalking (Επίμονη Παρακολούθηση), ακρωτηριασμός γεννητικών οργάνων και εγκλήματα τιμής) Στην  περίπτωση α’ παρ. 3 του άρθρου 79 ΠΚ προστίθεται ότι «… Τα έθιμα και οι παραδόσεις που ακολουθεί ο δράστης, καθώς και η θρησκεία του δεν συνιστούν στοιχεία ικανά να μειώσουν την ποινή…» Τιμωρείται επίσης πλέον ρητά η επίμονη καταδίωξη παρακολούθηση του θύματος η οποία πραγματοποιείται είτε με την επιδίωξη διαρκούς επαφής μέσω τηλεπικοινωνιακού ή ηλεκτρονικού μέσου, είτε με διαρκείς επισκέψεις στο περιβάλλον του θύματος, παρά την εκπεφρασμένη αντίθετη βούληση του, προκαλώντας στο θύμα τρόμο ή ανησυχία.

 ΙΙ) Καταργείται η άκρως αναχρονιστική διάταξη του άρθρου 339 παρ. 3 Π.Κ. ( μη άσκηση ποινικής δίωξης εάν μεταξύ του υπαιτίου αποπλάνησης  ανηλίκου και του θύματος τελέστηκε γάμος). Η συγκεκριμένη διάταξη έχει κατακριθεί έντονα  διότι δεν συνάδει με το βέλτιστο συμφέρον και την προστασία του ανηλίκου και συνεπώς προτείνεται η κατάργηση της.

 ΙΙΙ) Τροποποιείται ο Ν. 3500/2006 για την Ενδοοικογενειακή Βία με στόχο την αποτελεσματικότερη εφαρμογή του. Ενδεικτικά προβλέπεται πλέον η αναστολή παραγραφής των εγκλημάτων όταν αυτά στρέφονται κατά ανηλίκων αλλά και η δυνατότητα του αρμοδίου Εισαγγελέα να επιβάλλει περιοριστικούς όρους στον θύτη για τη προστασία του θύματος. (απαγόρευση προσέγγισης, μετοίκηση κ.τ.λ.)

ΙV) Τροποποιείται ο Ν. 3811/2009 για την Ελληνική Αρχή Αποζημίωσης, με στόχο την ευχερέστερη πρόσβαση των θυμάτων στην αποζημίωση που προβλέπεται από το Νόμο.

 V)Τροποποιείται ο Ν. 2168/1993 περί όπλων ώστε να μην χορηγούνται άδειες σε όσους διώκονται ποινικά ή έχουν καταδικαστεί για αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας.

 VI)Προστατεύονται, υπό προϋποθέσεις από την απέλαση, οι αλλοδαποί που είναι θύματα ενδοοικογενειακής βίας.

 VII) Η Γενική Γραμματεία Ισότητας Φύλων ορίζεται αρχή παρακολούθησης της σύμβασης.

 Παρότι είναι νωρίς, φαίνεται ότι η κύρωση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης θα ενισχύσει αρκετά το νομοθετικό και θεσμικό πλέγμα της καταπολέμησης της βίας κατά των γυναικών και της αντιμετώπισης της ενδοοικογενειακής βίας στη χώρα μας.

III) Η ΝΕΑ ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 333 ΤΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΙΛΗ

 Στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 333 ΠΚ, με το Ν. 4619/2019, προστίθεται διακεκριμένη μορφή του εγκλήματος της απειλής, με την οποία καλύπτονται πράξεις σε βάρος ανηλίκων και αδύναμων ατόμων. Ενσωματώνονται, ως σημειώνεται στην Αιτιολογική Έκθεση του ΠΚ, στον Ποινικό Κώδικα οι πράξεις προσβολής της ελευθερίας που τελούνται στο πλαίσιο της ενδοοικογενειακής βίας, στο μέτρο βέβαια που τα θύματα έχουν πράγματι ανάγκη αυξημένης προστασίας, στο μέτρο, δηλαδή, που αυτά βρίσκονται σε αδύναμη θέση.

  • Το άρθρο 333 του νέου ΠΚ (ΝΠΚ) εφαρμόζεται σε πράξη απειλής που έχει τελεστεί σε βάρος του:
  • Συζύγου ή του Συντρόφου κατά τη διάρκεια της συμβίωσης
  • Ανηλικου ή ανυπεράσπιστου προσώπου, εφόσον τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται υπό την:
  • Επιμέλεια ή
  • Προστασία του δράστη βάσει νόμου, Δικαστικής απόφασης, ή πραγματικής κατάστασης, συνοικούν με αυτόν ή έχουν σχέση εργασίας ή υπηρεσίας.

Η διαφορά μεταξύ του άρθρου 7 του Ν. 3500/2006 και του άρθρου 333 παρ.2 Π.Κ. συνίσταται στο ότι η πρώτη διάταξη εφαρμόζεται σε ένα μεγάλο κύκλο προσώπων που έχουν την ιδιότητα του μέλους της οικογένειας όπως αυτό καθορίζεται στο Ν. 3500/2006 ενώ η δεύτερη εφαρμόζεται μόνο μεταξύ συζύγων και συντρόφων κατά τη διάρκεια του γάμου ή της συμβίωσης.

Σημαντικό επίσης να τονιστεί ότι και στις δύο διατάξεις η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως.

ΚΟΙΝΟΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ – ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΝΟΣ ΕΚ ΩΤΝ ΔΙΚΑΙΟΥΧΩΝ ΚΑΙ ΤΥΧΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ

Σύμφωνα με το Νόμο, δεν επιτρέπεται διάθεση της τραπεζικής κατάθεσης με πράξη, είτε εν ζωή είτε αιτία θανάτου. Σε περίπτωση θανάτου δε ενός εκ των δικαιούχων, οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος καταθέτη κοινού τραπεζικού λογαριασμού, δεν αποκτούν δικαίωμα στην κατάθεση.

Μόνο ο επιζών καταθέτης μπορεί να εισπράξει ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος, μπορούν να αξιώσουν απ’ αυτόν (και όχι από την τράπεζα) το τμήμα εκείνο της κατάθεσης που αναλογεί στον θανόντα με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών.

Σε περίπτωση όμως που έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 Ν. 5638/1932, τότε σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως η κατάθεση και ο απ’ αυτή λογαριασμός στους επιζώντες, τότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν ούτε να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογούσε στον θανόντα καταθέτη.

            Τα ανωτέρω προκύπτουν από την απόφαση 381/2018 του Αρείου Πάγου (Τμήμα Α2), σύμφωνα με το σκεπτικό της οποίας, κατά το άρθρο 1 παρ.1 και 2 του ν. 5368/1932, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ.α’ του ν.δ. 118/1973 ισχύουν τα ακόλουθα «χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν επ’ ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν, εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις είτε τινές, και πάντες κατ’ ιδίαν οι δικαιούχοι (παρ.1). Η χρηματική κατάθεσις, περί ης η προηγουμένη παράγραφος, επιτρέπεται να ενεργήται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν (παρ. 2)».

 Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 παρ.1 του ν.δ. 17-7/13-8-1923 “περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών”, 411, 489, 490, 491, και 493 του Α.Κ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως επ’ ονόματι του ιδίου του καταθέτου και τρίτου ή τρίτων προσώπων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτου και του τρίτου αφ’ ενός και του δέκτου της καταθέσεως νομικού προσώπου αφ’ ετέρου ενεργητική εις ολφόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της καταθέσεως (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από ένα εκ των δικαιούχων να γίνεται εξ ιδίου δικαίου και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής καταθέσεως από ένα μόνο δικαιούχο επέρχεται απόσβεση της απαιτήσεως εις ολόκληρον έναντι του δέκτου της καταθέσεως και ως προς τον μη αναλαβόντα δικαιούχο, ο οποίος αποκτά πλέον εκ του νόμου απαίτηση έναντι του αναλαβόντος ολόκληρο την κατάθεση, για την καταβολή ποσού αναλόγου προς τον αριθμό των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού, εκτός εάν από την μεταξύ των εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα σε ολόκληρο το ποσό της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής από τον μη αναλαβόντα.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 5638/1932, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ εδ. α’ του ν.δ. 118/1973, ορίζεται αντιστοίχως ότι “επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθεί προσθέτως ο όρος ότι άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου τούτων. Εν τη περιπτώσει ταύτη η κατάθεσις περιέρχεται εις αυτούς ελευθέρα παντός φόρου κληρονομιάς ή άλλου τέλους. Αντιθέτως, η απαλλαγή αυτή δεν επεκτείνεται επί των κληρονόμων του τελευταίου απομείναντος δικαιούχου.” και ότι “Διάθεσις της καταθέσεως διά πράξεως εν ζωή είτε αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων…ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως”.

Από τα ανωτέρα αναφερόμενα προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός των καταθετών, δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τραπέζης, κατά της οποίας και δεν μπορούν να στραφούν επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι διαφορετικά θα μεταβαλλόταν το πρόσωπο του καταθέτη χωρίς τη συγκατάθεση της τραπέζης.

 

Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τραπέζης, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσόν της καταθέσεως οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν από αυτόν το τμήμα εκείνο της καταθέσεως που αναλογεί στο δικαιοπάροχό τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών.

Εάν όμως έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, τότε σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως, εξ ιδίου δικαίου, η κατάθεση και ο λογαριασμός εξ αυτής στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της καταθέσεως που αναλογούσε σ’ εκείνον, όπως θα μπορούσαν να πράξουν, αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια. Και αν όμως δεν έχει τεθεί ο άνω όρος, οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν υπεισέρχονται ως προς την κατάθεση στην έναντι της Τραπέζης θέση του κληρονομηθέντος, και επομένως η ανάληψη του ποσού αυτού από τον επιζώντα καταθέτη, και στην περίπτωση που αυτός είναι συγχρόνως και κληρονόμος του αποθανόντος γίνεται έναντι της Τραπέζης ιδίω ονόματι και όχι με την ιδιότητα του κληρονόμου (Α.Π. 1691/2014, 405/2007, 380/2006).

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΠΑΙΔΙΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ - ΑΤΥΧΗΜΑ ΜΑΘΗΤΗ ΣΕ ΠΡΟΑΥΛΙΟ ΣΧΟΛΕΙΟΥ – ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΔΗΜΟΣΙΟΥ - ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΣΕ ΓΟΝΕΙΣ ΜΑΘΗΤΗ

Σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 7091/2020 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα 18ο Τριμελές), οι εκπαιδευτικοί έχουν την ευθύνη για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των μαθητών. Η ως άνω απόφαση έκρινε ότι, ο Διευθυντής του σχολείου είναι υπεύθυνος, μαζί με τους εκπαιδευτικούς, για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των μαθητών, με αποτέλεσμα να υπάρχει αστική ευθύνη του Δημοσίου για αποζημίωση, εφόσον υπάρξει ατύχημα, εξαιτίας της ανεπαρκούς και αναποτελεσματικής επιτήρησης των μαθητών από τους εκπαιδευτικούς.

Με αυτό το σκεπτικό, το δικαστήριο επιδίκασε αποζημίωση ποσού 5.000 ευρώ, στους γονείς 7χρονου μαθητή, ο οποίος τραυματίστηκε στο πρόσωπο στη διάρκεια του σχολικού διαλείμματος στο προαύλιο του σχολείου.

Ειδικότερα, οι δικαστές στην απόφαση τους επικαλούνται τις διατάξεις της "οργάνωσης και λειτουργίας Δημοτικών σχολείων", που ορίζουν ότι οι εκπαιδευτικοί αναλαμβάνουν καθήκοντα εφημερευόντων, έχουν την ευθύνη της επιτήρησης "για την προστασία και τη σωματική ακεραιότητα των μαθητών, τον έλεγχο καθαριότητας των σχολικών χώρων και σε ό,τι έχει σχέση με την υγιεινή και την ασφάλειά τους".

Σύμφωνα με τους ενάγοντες γονείς, ο επίδικος τραυματισμός συνέβη εν ώρα διαλείμματος, όταν το αγοράκι, μαθητής της Α' Δημοτικού, καθώς έπαιζε στο προαύλιο χώρο του σχολείου, τραυματίστηκε από κομμάτι λεπτής σιδερόβεργας στο πρόσωπο, (βαθύ θλαστικό τραύμα αριστεράς παρείας) η οποία εξείχε στο διαχωριστικό συρματόπλεγμα που χώριζε το Δημοτικό από το Νηπιαγωγείο.

Οι γονείς ισχυρίζονταν ότι ήταν ανεπαρκής και αναποτελεσματική η επιτήρηση, καθώς, πέραν του μικρού αριθμού των εφημερευόντων δασκάλων δεν ελήφθη κάθε προσήκον μέτρο, παρ' όλο που ήταν γνωστό το πρόβλημα.

Η απόφαση έκρινε ότι, για τον τραυματισμό του "υιού των εναγόντων ευθύνονται τα όργανα του Δημοσίου, τα οποία άσκησαν πλημμελώς τα καθήκοντα τους κατά παράβαση των νομίμων υποχρεώσεών τους. Επομένως, στοιχειοθετείται εν προκειμένω ευθύνη προς αποζημίωση του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις".

Οι δικαστές αποφάνθηκαν ότι η ευθύνη λόγω παράλειψης να ληφθεί εγκαίρως κάθε προσήκον μέτρο προκειμένου να αποφευχθεί ο επίδικος τραυματισμός, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η αναγκαιότητα αλλαγής του πλέγματος είχε ήδη επισημανθεί πριν από το επίδικο συμβάν.